Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περί ποίησης και άλλων μυστηρίων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περί ποίησης και άλλων μυστηρίων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Επιστολή 851 προς τον Νεντ Ντίκινσον, πιθανόν 1883 (Emily Dickinson)

Επιστολή 851 προς τον Νεντ Ντίκινσον, πιθανόν 1883.

Όλοι μας πληροφορηθήκαμε για το Αγόρι που τραβούσε η Όρεξή του κλεμμένα φρούτα αν και τα ξινόδεντρα στον Κήπο του Πατέρα του έσπαζαν από το βάρος –


Υπήρχε κάτι στην αμαρτία που τους έδινε μια γεύση άφεσης -

Από το βιβλίο "Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά" Ποιήματα και Επιστολές Emily Dickinson, 2013, εκδόσεις Gutenberg

Μετάφραση Ποιημάτων: Λιάνα Σακελλίου, Άρτεμις Γρίβα,
Μετάφραση Επιστολών: Φρόσω Μαντά
___________________________________________________________________

Έμιλυ Ντίκινσον, "η λαίδη στα Λευκά": μια από τις μεγαλύτερες ποιήτριες του 19ου αιώνα όπως και μία από τις πιο μυστηριώδεις φιγούρες της παγκόσμιας ποίησης. Ο θρύλος της απόσυρσής της από τα εγκόσμια συνδέθηκε με τον ποιητικό της αναχωρητισμό: δέκα μόνο ποιήματα δημοσίευσε όσο ζούσε, ενώ συνέθεσε περισσότερα από 1700 ποιήματα, ενώ αίσθηση προκαλούν με την ιδιαίτερη καλλιτεχνική αξία τους και οι επιστολές της που διασώθηκαν. 

Το νέο βιβλίο με τίτλο "Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά" φιλοδοξεί να αποτελέσει μία έκδοση αναφοράς για την Αμερικανίδα ποιήτρια. Δίγλωσση ανθολογία, παρουσιάζει μεταφράσεις ποιημάτων  και μια εκτενή επιλογή επιστολών από όλες τις περιόδους της παραγωγής της, πολλά εκ των οποίων μεταφράζονται για πρώτη φορά στην Ελληνική γλώσσα (60 ποιήματα και 165 επιστολές). Τα ποιήματα και οι επιστολές συνοδεύονται από εκτεταμένη μελέτη για το βίο και την ποίηση της Ντίκινσον, που έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό στην ελληνική βιβλιογραφία για την ποιήτρια.

Ας γίνει η ποίηση της Ντίκινσον πηγή ανάτασης και για τον Έλληνα αναγνώστη.

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013


Επιστολή 186 προς τον Τζον Γκρέιβς, πιθανόν 1856

            Ώστε έτσι λοιπόν Τζον – Απών;

Τότε κι εγώ σηκώνω το καπάκι απ’ το σεντούκι με τα Φαντάσματά μου, κι απιθώνω ακόμα ένα εκεί μέσα, μέχρι την Ανάσταση – μετά θα συνάξω στον Παράδεισο, τ’ άνθη που έπεσαν εδώ, και στ’ ακρογιάλια της θάλασσας του Φωτός, θα ψάξω τους χαμένους μου κόκκους άμμου.

Η Ξαδ. σου –
Εμιλί.



Από το βιβλίο "Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά" Ποιήματα και Επιστολές Emily Dickinson, 2013, εκδόσεις Gutenberg

Μετάφραση Ποιημάτων: Λιάνα Σακελλίου, Άρτεμις Γρίβα,
Μετάφραση Επιστολών: Φρόσω Μαντά
___________________________________________________________________

Έμιλυ Ντίκινσον, "η λαίδη στα Λευκά": μια από τις μεγαλύτερες ποιήτριες του 19ου αιώνα όπως και μία από τις πιο μυστηριώδεις φιγούρες της παγκόσμιας ποίησης. Ο θρύλος της απόσυρσής της από τα εγκόσμια συνδέθηκε με τον ποιητικό της αναχωρητισμό: δέκα μόνο ποιήματα δημοσίευσε όσο ζούσε, ενώ συνέθεσε περισσότερα από 1700 ποιήματα, ενώ αίσθηση προκαλούν με την ιδιαίτερη καλλιτεχνική αξία τους και οι επιστολές της που διασώθηκαν. 

Το νέο βιβλίο με τίτλο "Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά" φιλοδοξεί να αποτελέσει μία έκδοση αναφοράς για την Αμερικανίδα ποιήτρια. Δίγλωσση ανθολογία, παρουσιάζει μεταφράσεις ποιημάτων  και μια εκτενή επιλογή επιστολών από όλες τις περιόδους της παραγωγής της, πολλά εκ των οποίων μεταφράζονται για πρώτη φορά στην Ελληνική γλώσσα (60 ποιήματα και 165 επιστολές). Τα ποιήματα και οι επιστολές συνοδεύονται από εκτεταμένη μελέτη για το βίο και την ποίηση της Ντίκινσον, που έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό στην ελληνική βιβλιογραφία για την ποιήτρια.

Ας γίνει η ποίηση της Ντίκινσον πηγή ανάτασης και για τον Έλληνα αναγνώστη.

 

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

Καλή Χρονιά!

Καλή, χαρούμενη, ευτυχισμένη, γεμάτη, ισορροπημένη και αξέχαστη Χρονιά εύχομαι να έχουμε όλοι μας! Μακάρι ο φετινός χρόνος να είναι ο καλύτερος!

Καθυστέρησα να κάνω ανάρτηση το ξέρω, αλλά πολλές οι υποχρεώσεις! Το 2013 ήρθε... πως να το πω, μάλλον "φορτωμένο" και αυτό με την καλή έννοια!


Το 2012 έφυγε με χαρά και ενθουσιασμό.. αφού επάνω στη χαρά μου να τυλίξω όλα τα δωράκια που έφτιαξα.. ξέχασα να τα απαθανατίσω..

Δεν πειράζει, καλά να είμαστε να φτιάχνουμε!
Είμαι τυχερή γιατί τουλάχιστον ένα από όλα μου ..."επεστράφη" ηλεκτρονικά, οπότε θα το δείτε σε επόμενη ανάρτηση μιας και σήμερα δεν ανεβαίνει!  Ίσως να έμεινα και λίγο πίσω στο ανέβασμα γιατί κάτι περίεργα μου ζητάει!

Όλα καλά! Μια άλλη φορά!

Καλησπέρα σε όλους!


Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

Ayn Rand

 
 Γράφτηκε το 1920 αλλά δεν μπορούσε να είναι πιο επίκαιρη...
 
 
 
 
Φράση της Ρωσσο-Αμερικανίδας Ayn Rand (Εβραία, δραπέτης από τη Ρωσία το 1920 και πήγε στην
Αμερική όπου ζήτησε και της δόθηκε πολιτικό άσυλο) :
"
Όταν καταλάβεις ότι για να δημιουργήσεις κάτι πρέπει να πάρεις άδεια από κάποιον που δεν δημιουργεί απολύτως τίποτα..
 
Όταν αποδείξεις ότι τα λεφτά δεν τα παίρνεις εσύ που δουλεύεις τίμια αλλά πάνε σε αυτόν που κάνει ύποπτες δουλειές ή έχει μια θέση με μέσον.. 
 
Όταν καταλάβεις ότι πολλοί γίνονται πλούσιοι όχι με τη δουλειά αλλά με δωροδοκίες και κρατικά χρήματα επειδή ελέγχουν το πολιτικό σύστημα, και ότι δεν τους προστατεύουν οι νόμοι αλλά το αντίθετο και όμως τους προστατεύεις εσύ ο ίδιος..
 
Όταν καταλάβεις ότι η διαφθορά ανταμείβεται ενώ η τιμιότητα μετατρέπεται σε θυσία..
 
Τότε μπορείς να βεβαιώσεις - χωρίς το φόβο να κάνεις λάθος - ότι
 
Η κοινωνία σου, Η πατρίδα σου, είναι ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΕΣ".
 
Alissa Zinovievna Rosenbaum

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Ιθάκη - Κ. Π. Καβάφης

Ιθάκη
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.
_____________________________________________


Είπα να ανεβάσω ένα ποίημα, το οποίο μπορεί να μην κατάλαβα στο σχολείο... μεγαλώνοντας όμως έμαθα πόσο σπουδαίο ήταν.

Τι σημασία έχει να φτάνεις κάπου αν δεν βιώνεις ολόκληρη τη διαδρομή μέχρι εκεί;
Εάν δεν μαθαίνεις και δεν κερδίζεις από τις εμπειρίες σου, καλές και κακές;
Τελικά, όλοι βιαζόμαστε να φτάσουμε κάπου και ξεχνάμε να το απολαύσουμε, ξεχνάμε να το ζήσουμε!


 

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Το Μονόγραμμα - Οδ. Ελύτης

Οδυσσέας Ελύτης <<ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ>>



Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο

Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.


ΙΙ.

Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική

Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά

Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.


ΙΙΙ.

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

ΙV.

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
Νά μάς θάψουν , κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει

Στά νερά ένα ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες
Τών Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα , δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.

V.

Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι

Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή

Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια

Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.


VI.

Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας

Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !


VII.

Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.